ευαρέστηση

η (Α εὐαρέστησις) [ευαρεστώ]
1. το να είναι κάποιος ευάρεστος, ευχάριστος σε κάποιον («πρὸς τὴν κοινὴν εὐαρέστησιν», Διον. Αλ.)
2. το να είναι κάποιος ευχαριστημένος ή ικανοποιημένος, η ευαρέσκεια, η ικανοποίηση, το καλοκάρδισμα
αρχ.
1. εύνοια («ἤ διὰ φόβον ἢ δι' εὐαρέστησιν», Ιώσ.)
2. (για θεραπεία ή για φάρμακο) η ανακούφιση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐαρεστήσῃ — εὐαρεστήσηι , εὐαρέστησις being well pleased fem dat sg (epic) εὐαρεστέω to be well pleasing aor subj mid 2nd sg εὐαρεστέω to be well pleasing aor subj act 3rd sg εὐαρεστέω to be well pleasing fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευαρέστημα — εὐαρέστημα, τὸ (Α) [ευαρεστώ] η ευαρέστηση, η ατομική προτίμηση …   Dictionary of Greek

  • ευαρεστήριος — εὐαρεστήριος, ον (Α) [ευάρεστος] 1. εξευμενιστικός, εξιλαστήριος 2. φρ. «εὐαρεστήριοι θυσίαι» οι θυσίες που τελούνται προς ευαρέστηση τού θεού (Διον. Αλ.) …   Dictionary of Greek

  • ευαρεστία — εὐαρεστία, ἡ (Α) [ευάρεστος] 1. η ευαρέστηση 2. στον πληθ. αἱ εὐαρεστίαι η αρέσκεια, η ατομική προτίμηση, τα ατομικά γούστα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.